Δημόσιος Χώρος: Πρόκειται για το μέγα ζητούμενο.
Ωστόσο, η αναγωγή του παραπέμπει μονίμως, με μορφή διαδικασίας ανακύκλωσης, στις γνωστές κατευθύνσεις και στους γνωστούς προσανατολισμούς, με το φόβο …
…με το φόβο (θα έλεγε ο μονίμως προβληματισμένος άνθρωπος) μήπως και θιγούν καταστάσεις παγιωμένες, πολιτικές κατοχυρωμένες.
Κίνητρο για το άρθρο αυτό αποτέλεσε η γνωστοποίηση συνεδρίου στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 2011 με τη συνεργασία πολλών φορέων και με τίτλο "Δημόσιος χώρος... αναζητείται" Και πράγματι αναζητείται. Πρόκειται για χώρο ζωτικής σημασίας, για χώρο κοινωνικής ανάγκης.
Έτσι μόνον θετική θα πρέπει να αναμένεται η ανταπόκριση από κάθε πλευρά, αλλά και μόνον ως θετική θα πρέπει να αξιολογείται η όποια πρόθεση αναφοράς στις ενότητες του συνεδρίου, με το δεδομένο ότι τα ζητήματα των ελεύθερων χώρων είναι ζητήματα σχεδιασμού τόσο των πόλεων όσο και των αστικών τους περιφερειών μέχρι εθνικού χώρου, επομένως σχεδιασμού όχι με την έννοια της αρχιτεκτονικής σύνθεσης (μεγάλης ή μικρής κλίμακας, όπως αδόκιμα γίνεται χρήση των όρων), αλλά και της οικονομίας και του κοινωνικού ρόλου μέσα στο ευρύτερο (μέχρι παγκόσμιο) γίγνεσθαι.
Το εύρος του προβλήματος θα πρέπει να κατατάξει τη θεματολογία πρωτίστως στο πεδίο των ρυθμίσεων, στο πλαίσιο μιας γενικής ρυθμιστικής/αναπτυξιακής πολιτικής, την οποία καλούνται οι πόλεις (και όχι μόνον) να υπηρετήσουν με συνέπεια. Η πολιτική διαχείρισης και οι κανόνες συμμετοχικών διαδικασιών (που σήμερα λειτουργούν ως υποκατάστατο της ρυθμιστικής πολιτικής) θα πρέπει να έπονται, προκειμένου οι τομείς της ρυθμιστικής πολιτικής να γίνουν πράξη.
Και μόνον τότε μπορεί να γίνεται λόγος για ανάπτυξη. Οποιαδήποτε επίκληση της ανάπτυξης, σε διασύνδεση με τομεακές παρεμβάσεις/επεμβάσεις, στο πλαίσιο μιας πολιτικής που εκφράζει (ενίοτε δικαιολογημένα λόγω κοινωνικών προβλημάτων) ζητήματα συντεχνιακά/κλαδικά, χωρίς αναγωγή στη διερεύνηση του ισοζυγίου εθνικής ωφέλειας – εθνικής ζημίας, θα οδηγήσει σε όξυνση της τρέχουσας κρίσης.
Με άλλα λόγια, η θεματολογία συνεδρίων, σεμιναρίων, συζητήσεων κ.λ.π. για ζητήματα υπαρξιακά (διότι ο δημόσιος χώρος εντάσσεται στην κατηγορία αυτή) θα πρέπει να θέτει κατευθύνσεις ως προς πολιτικές οι οποίες στη συνέχεια καθορίζουν κατά τομείς τις ενότητες.
Οι κατευθύνσεις διασφαλίζουν ελεύθερα πεδία αναζητήσεων και προβληματισμών, διασφαλίζουν ανάλυση θέσεων, αξιολογήσεων και τοποθετήσεων, ακόμη και ελεύθερης κριτικής ως προς κίνητρα και θεσμούς. Αντιθέτως, οι ενότητες θεωρούν δεδομένες τις πολιτικές (περιπτώσεις συμβιβασμού), συμπιέζοντας τα περιθώρια ελευθερίας ως προς θέσεις/αντιθέσεις.
Για λόγους σαφήνειας αναφέρεται η περίπτωση του ελαχίστου ελεύθερου χώρου (σ.σ. και χρόνου) στις ελληνικές πόλεις, κυρίως στα μεγάλα κέντρα.
Και το θέμα, όπως τίθεται, είναι πως θα βρεθεί χώρος στις πυκνοδομημένες περιοχές μέσω απαλλοτριώσεων και μεταφοράς πληθυσμού ή Συντελεστή Δόμησης (ΣΔ) (αυτό είναι κυρίως πρόβλημα υπολογισμού των αντικειμενικών – όχι των θεσμοθετημένων / πλαστών – αξιών γης).
Προέχει, όμως ένα άλλο θέμα, εκείνο που συναρτάται με την οικονομία της κάθε πόλης (και όχι μόνον), τη μεγέθυνσή της πέρα από την αντοχή της (και με την έννοια της μελλοντικής δυναμικής της), τον υπερπληθυσμό της.
Και τέτοια ζητήματα δεν θίγονται, διότι οι πολιτικές πρακτικές δεν τα εισηγούνται ως προβλήματα, εφόσον δεν συνάδουν με τις προοπτικές των μεγαπόλεων, με όλα τα κοινωνικά συνακόλουθα.
Αντιθέτως, τέτοια ζητήματα συμβάλλουν στη επιτακτική ανάγκη να δημιουργηθούν προϋποθέσεις οικονομικής/παραγωγικής στήριξης της περιφέρειας, επομένως προϋποθέσεις Νέων Πολιτικών και Θεσμών, αναγνωρίζοντας σε όλους το δικαίωμα στην ανάπτυξη, μιαν ανάπτυξη που δεν περνά μόνον από τον κλάδο των κατασκευών, που θρέφει τις μεγαπόλεις και σε μεγάλο ποσοστό και την υποανάπτυξη του τόπου. Είναι καιρός για αλλαγή πολιτικής.
Γιατί επομένως, υιοθετούνται θεματολογίες/ενότητες που συντηρούν τις πολιτικές που κατέστρεψαν τις πόλεις, προσπαθώντας μέσω παρεμβάσεων να αμβλύνουν τα α-κοινωνικά οικιστικά μορφώματα, αντί να υιοθετήσουν θεματολογίες ανοικτές σε προβληματισμούς και σε σκέψεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν μέχρι και σε ρήξη με το παρελθόν;
Ωστόσο, η αναγωγή του παραπέμπει μονίμως, με μορφή διαδικασίας ανακύκλωσης, στις γνωστές κατευθύνσεις και στους γνωστούς προσανατολισμούς, με το φόβο …
…με το φόβο (θα έλεγε ο μονίμως προβληματισμένος άνθρωπος) μήπως και θιγούν καταστάσεις παγιωμένες, πολιτικές κατοχυρωμένες.
Κίνητρο για το άρθρο αυτό αποτέλεσε η γνωστοποίηση συνεδρίου στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 2011 με τη συνεργασία πολλών φορέων και με τίτλο "Δημόσιος χώρος... αναζητείται" Και πράγματι αναζητείται. Πρόκειται για χώρο ζωτικής σημασίας, για χώρο κοινωνικής ανάγκης.
Έτσι μόνον θετική θα πρέπει να αναμένεται η ανταπόκριση από κάθε πλευρά, αλλά και μόνον ως θετική θα πρέπει να αξιολογείται η όποια πρόθεση αναφοράς στις ενότητες του συνεδρίου, με το δεδομένο ότι τα ζητήματα των ελεύθερων χώρων είναι ζητήματα σχεδιασμού τόσο των πόλεων όσο και των αστικών τους περιφερειών μέχρι εθνικού χώρου, επομένως σχεδιασμού όχι με την έννοια της αρχιτεκτονικής σύνθεσης (μεγάλης ή μικρής κλίμακας, όπως αδόκιμα γίνεται χρήση των όρων), αλλά και της οικονομίας και του κοινωνικού ρόλου μέσα στο ευρύτερο (μέχρι παγκόσμιο) γίγνεσθαι.
Το εύρος του προβλήματος θα πρέπει να κατατάξει τη θεματολογία πρωτίστως στο πεδίο των ρυθμίσεων, στο πλαίσιο μιας γενικής ρυθμιστικής/αναπτυξιακής πολιτικής, την οποία καλούνται οι πόλεις (και όχι μόνον) να υπηρετήσουν με συνέπεια. Η πολιτική διαχείρισης και οι κανόνες συμμετοχικών διαδικασιών (που σήμερα λειτουργούν ως υποκατάστατο της ρυθμιστικής πολιτικής) θα πρέπει να έπονται, προκειμένου οι τομείς της ρυθμιστικής πολιτικής να γίνουν πράξη.
Και μόνον τότε μπορεί να γίνεται λόγος για ανάπτυξη. Οποιαδήποτε επίκληση της ανάπτυξης, σε διασύνδεση με τομεακές παρεμβάσεις/επεμβάσεις, στο πλαίσιο μιας πολιτικής που εκφράζει (ενίοτε δικαιολογημένα λόγω κοινωνικών προβλημάτων) ζητήματα συντεχνιακά/κλαδικά, χωρίς αναγωγή στη διερεύνηση του ισοζυγίου εθνικής ωφέλειας – εθνικής ζημίας, θα οδηγήσει σε όξυνση της τρέχουσας κρίσης.
Με άλλα λόγια, η θεματολογία συνεδρίων, σεμιναρίων, συζητήσεων κ.λ.π. για ζητήματα υπαρξιακά (διότι ο δημόσιος χώρος εντάσσεται στην κατηγορία αυτή) θα πρέπει να θέτει κατευθύνσεις ως προς πολιτικές οι οποίες στη συνέχεια καθορίζουν κατά τομείς τις ενότητες.
Οι κατευθύνσεις διασφαλίζουν ελεύθερα πεδία αναζητήσεων και προβληματισμών, διασφαλίζουν ανάλυση θέσεων, αξιολογήσεων και τοποθετήσεων, ακόμη και ελεύθερης κριτικής ως προς κίνητρα και θεσμούς. Αντιθέτως, οι ενότητες θεωρούν δεδομένες τις πολιτικές (περιπτώσεις συμβιβασμού), συμπιέζοντας τα περιθώρια ελευθερίας ως προς θέσεις/αντιθέσεις.
Για λόγους σαφήνειας αναφέρεται η περίπτωση του ελαχίστου ελεύθερου χώρου (σ.σ. και χρόνου) στις ελληνικές πόλεις, κυρίως στα μεγάλα κέντρα.
Και το θέμα, όπως τίθεται, είναι πως θα βρεθεί χώρος στις πυκνοδομημένες περιοχές μέσω απαλλοτριώσεων και μεταφοράς πληθυσμού ή Συντελεστή Δόμησης (ΣΔ) (αυτό είναι κυρίως πρόβλημα υπολογισμού των αντικειμενικών – όχι των θεσμοθετημένων / πλαστών – αξιών γης).
Προέχει, όμως ένα άλλο θέμα, εκείνο που συναρτάται με την οικονομία της κάθε πόλης (και όχι μόνον), τη μεγέθυνσή της πέρα από την αντοχή της (και με την έννοια της μελλοντικής δυναμικής της), τον υπερπληθυσμό της.
Και τέτοια ζητήματα δεν θίγονται, διότι οι πολιτικές πρακτικές δεν τα εισηγούνται ως προβλήματα, εφόσον δεν συνάδουν με τις προοπτικές των μεγαπόλεων, με όλα τα κοινωνικά συνακόλουθα.
Αντιθέτως, τέτοια ζητήματα συμβάλλουν στη επιτακτική ανάγκη να δημιουργηθούν προϋποθέσεις οικονομικής/παραγωγικής στήριξης της περιφέρειας, επομένως προϋποθέσεις Νέων Πολιτικών και Θεσμών, αναγνωρίζοντας σε όλους το δικαίωμα στην ανάπτυξη, μιαν ανάπτυξη που δεν περνά μόνον από τον κλάδο των κατασκευών, που θρέφει τις μεγαπόλεις και σε μεγάλο ποσοστό και την υποανάπτυξη του τόπου. Είναι καιρός για αλλαγή πολιτικής.
Γιατί επομένως, υιοθετούνται θεματολογίες/ενότητες που συντηρούν τις πολιτικές που κατέστρεψαν τις πόλεις, προσπαθώντας μέσω παρεμβάσεων να αμβλύνουν τα α-κοινωνικά οικιστικά μορφώματα, αντί να υιοθετήσουν θεματολογίες ανοικτές σε προβληματισμούς και σε σκέψεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν μέχρι και σε ρήξη με το παρελθόν;
Πηγή: ΕΔ ΤΕΕ, Τεύχος 2602

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου