
Του Paul Di Philippo
A Short Course in Art Appreciation (1988)
Μετάφραση: Γ. Γούλας
"Ο Κουροσάβα χρειάστηκε να βαφτίσει όνειρα εκείνα τα ποιητικά οράματα, για να τους δώσει άλλοθι ύπαρξης. Μιλάω κυρίως για το κομμάτι "μέσα" στον Βαν Γκογκ. Η ΕΦ δε χρειάζεται άλλοθι. Η ασυμβατότητα με το ευρέως αποδεκτό δε θέλει δικαιολογίες, είναι προϋπόθεση. Σήμερα, τον θάλαμο αλλοίωσης χειρίζεται ο Πωλ Ντι Φίλιππο και οι εικόνες στην οθόνη παλινδρομούν, μετασχηματίζονται, διαλύονται στα συστατικά τους... γοητευτικά, ερωτικά κι αξέχαστα."
Τόσο ευτυχισμένοι, η Έλενα κι εγώ, στην Βερμεέρια ολοαίσθηση, οι μέρες και οι νύχτες μας γεμάτες κυρίαρχα οράματα που ζωντάνευαν τις υπόλοιπες αισθήσεις, με αποτέλεσμα πυρκαγιές πάθους που φούντωνε και μας κυρίευε, ώσπου να καταλαγιάσει τελικά σε μια εξουθενωμένη, κορεσμένη θράκα, από την οποία το παρανάλωμα αναζωπυρωνόταν κατά βούληση, σαν φοίνικας. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν η ζωή μας τόσο συγκλονιστική, ποτέ δεν ήμασταν τόσο ξετρελαμένοι με τον κόσμο και μεταξύ μας - τόσο πολύ ερωτευμένοι.
Κι όμως, κατά κάποιο τρόπο, ήξερα από την αρχή πως το ειδύλιό μας ήταν καταδικασμένο. Τέτοια ευτυχία δε μας ταίριαζε, δε θα κρατούσε. Δεν ξέρω πώς γεννήθηκε εκείνο το υποσυνείδητο σκουλήκι της αμφιβολίας στο μυαλό μου, που η μικροσκοπική, ψιθυριστή του φωνή μίλαγε αδιάκοπα για την προσωρινότητα, για την απώλεια, για την εξουθένωση. Ίσως απ' την ανάμνηση της καθαρής απληστίας, της σχεδόν χυδαίας, αχόρταγης λαχτάρας ν' αλλάξουμε τις φυσιολογικές μας αισθήσεις με μια άλλη ολοαίσθηση.
Μπήκε στο διαμέρισμά μου εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα (δε συζούσαμε ακόμα τότε, σύμβολο πιστεύω των ξεχωριστών ταυτοτήτων μας, κάτι που, παράλογα, την ενοχλούσε) με διάθεση τέτοια που ποτέ δεν είχε ξαναδείξει. (Προσπαθώ τώρα να θυμηθώ αναλλοίωτο το πρόσωπό της, όπως ήταν εκείνη τη μοιραία ημέρα, μα είναι τόσο δύσκολο, ύστερα από τον ιλιγγιώδη, ασυγκράτητο χείμαρο των ολοαισθήσεων που βιώσαμε, να φέρω καθαρά στο νου μου εικόνες τόσο παλιές. Πώς γίνεται να 'χω εντελώς ξεχάσει τον τρόπο όρασης που για τριάντα - τόσα χρόνια ήταν κάτι το τόσο φυσικό σαν την ανάσα μου; Λες και η αρχική μου ολοαίσθηση, αυτή που είχα απ' τη γέννησή μου, να ήταν πίνακας πολλές φορές ξαναζωγραφισμένος και οι αρχικές του πινελιές ίσα ίσα που διακρίνονται κάτω από τα τόσα αλλεπάλληλα στρώματα των χρωμάτων. Οπότε θα με συγχωρέσετε που δεν μπορώ ν' αναπαράγω με ακρίβεια τη σκηνή).
Όπως και να 'χει, πάντως, θυμάμαι τέλεια τη συζήτηση που είχαμε. (Ευτυχώς δεν υπέκυψα ποτέ στον πειρασμό να μπω στην ολοαίσθηση κάποιου μουσικοσυνθέτη, γιατί τότε κι ετούτη η ανάμνηση μπορεί να 'ταν θαμμένη κάτω από εκρηκτικά, μεγαλειώδη ηχητικά κρεσέντα!) Συχνά ξαναφέρνω τα λόγια μας στο μυαλό μου, μελετώντας μήπως υπήρχε τρόπος να είχα υπερφαλαγγίσει τις αλόγιστες επιθυμίες της Έλενας - αποφεύγοντας και τον παράδεισο και την κόλαση, τα ατσαλένια καπρίτσια που παραμόνευαν μέσα της - και να 'χα ταυτόχρονα κρατήσει την αγάπη της.
Το νοιώθω τώρα, ουσιαστικά, δεν υπήρχε τρόπος. Ήταν απλούστατα υπερβολικά δυνατή κι αποφασισμένη για τα μέτρα μου - ή ίσως εγώ υπερβολικά αδύναμος - και δε γινόταν να την απαρνηθώ. Κι ακόμη δυσκολεύομαι να της καταλογίσω ευθύνες.
Η Έλενα διέσχισε το δωμάτιο με τις αιωρούμενες αναμνήσεις κι είπε ξαναμμένη, «Ρόμπερτ, κυκλοφόρησε!»
Αφησα κάτω το βιβλίο μου, αφού τσάκισα τη σελίδα και, ασυλλόγιστα, τη ρώτησα: «Ούτε γεια, ούτε φιλάκι; Τότε θα πρέπει να 'ναι κάτι θαυμάσιο. Λοιπόν», τσίμπησα, «τι κυκλοφόρησε;»
«Μα, εκείνη η νευροτροπίνη. Τόσον καιρό την περιμέναμε όλοι, εκείνη που σου αλλάζει την ολοαίσθηση».
Πέρασα σε άμυνα, αυτομάτως. «Έλενα, ξέρεις ότι δε θέλω να έχω σχέση μ' αυτά τα τεχνητά παραισθησιογόνα. Δεν είναι - δεν είναι φυσικά. Δεν είμαι πουριτανός, Έλενα. Αλλο το να υποκύψω σε λίγο χόρτο ή κόκα καμμιά φορά - αυτές είναι απόλυτα φυσικές ουσίες, διευρυντικά της συνείδησης, κι η ανθρωπότητα τις χρησιμοποιεί εδώ και αιώνες. Αλλά αυτά τα καινούργια τεχνητά συνθετικά σου διαλύουν τα νευροπεπτίδια για τα καλά».
Η Έλενα ξεφύσηξε. «Ρόμπερτ, λες αηδίες. Αυτή δεν είναι καμμιά από εκείνες τις απαγορευμένες ουσίες, δεν είναι τέμπο ή ζιπτόνη. Είναι πιο αδύνατη κι από την αισθητίνη. Ούτε σε μαστουριάζει, ούτε την σκέψη σου επηρεάζει. Απλώς σου δίνει μια καινούργια ολοαίσθηση».
«Και τι είναι, αν επιτρέπεται, η ολοαίσθηση;»
«Αχ, Ρόμπερτ», στέναξε απεγνωσμένα η Έλενα, «και περνιέσαι για μορφωμένος! Ακριβώς η ερώτηση που θα 'κανε κάποιος που 'χει μονίμως χωμένο το κεφάλι του σ' ένα βιβλίο. Ολοαίσθηση είναι απλώς το σύμπαν όπως περνάει μέσα από τις αισθήσεις. Φυσικά, ο καθένας μπορεί να δει έναν και μοναδικό κόσμο. Και, αν εκείνοι οι φυσικοί που όλο αναφέρεις ξέρουν τι λένε, ίσως αυτός να 'ναι κι ο μοναδικός κόσμος που υπάρχει για τον καθέναν από μας».
«Έλενα, τα 'χουμε ξανασυζητήσει όλ' αυτά. Και σου επαναλαμβάνω πως οι κβαντικοί νόμοι δεν εφαρμόζονται στο μακροσκοπικό κόσμο...»
«Ωχ, άστα όλα αυτά τέλος πάντων! Μην πας ν' αλλάξεις θέμα. Μα επιτέλους, δεν είσαι καθόλου ενθουσιασμένος;»
«Αν ήξερα για τι μιλάγαμε, μπορεί και να ήμουν. Αλλά ακόμα δεν κατάλαβα. Αυτό το καινούργιο πράγμα δεν είναι παραισθησιογόνο;»
«Oχι, είναι κάτι πολύ παραπάνω. Μεταβάλλει την οπτική αντίληψη με συνεκτικό, μόνιμο τρόπο, δίχως να επηρεάσει τίποτ' αλλο. Δε βλέπεις πράγματα που δεν υπάρχουν - βλέπεις μονάχα ό,τι υπάρχει αλλά με διαφορετικό τρόπο. Και, δεδομένου ότι η όραση είναι η σημαντικότερη αίσθηση, το αποτέλεσμα είναι σα να βρίσκεσαι σε άλλο κόσμο».
Το σκέφτηκα. «Και σε τι κόσμο ακριβώς θα βρεθώ;»
Η Έλενα αγκάλιασε τα γόνατά μου με μια κραυγή ενθουσιασμού, σα να 'χε κερδίσει τη μάχη. «Ω, Ρόμπερτ, εδώ είναι το κουμπί! Όχι σε ποιον κόσμο, αλλά σε ποιανού τον κόσμο!»
«Σε ποιανού;»
«Ακριβώς! Οι ψυχομηχανικοί ισχυρίζονται πως απομονώσανε την πεμπτουσία της καλλιτεχνικής ενόρασης».
Εδώ πρέπει μάλλον ν' αναφέρω πως η Έλενα σπούδαζε Ιστορία της Τέχνης. Μέσα στον κόσμο αυτό της αφθονίας, όπου το Δίκτυο μας κράταγε σφιχτά από την κούνια ως το φέρετρο, ήταν ελεύθερη να περνάει την ώρα της κάνοντας αυτό που της άρεσε, δηλαδή να περιπλανιέται ώρες και ώρες σε μουσεία, εκθέσεις ζωγραφικής, ατελιέ, τραβώντας μαζί της κι εμένα.
«Εννοείς», συνέχισα αργά, «πως ετούτο το μαγικό χάπι σ' αφήνει να δεις σαν να 'σαι, ας πούμε, ο Ρέμπραντ;»
«Όχι», είπε συνοφρυωμένα η Έλενα,«όχι ακριβώς. Σε τελική ανάλυση, ο Ρέμπραντ, για να πάρουμε το παράδειγμά σου, δεν έβλεπε διαφορετικά από μας, με την κυριολεκτική έννοια. Στην πλάνη αυτή πέφτουν όσοι δεν έχουν σχέση με την τέχνη. Η μαγεία του ήταν το πώς μεταστοιχείωνε τις καθημερινές, πεζές εικόνες μέσω της τέχνης του. Αμφιβάλλω αν υπήρξε ποτέ καλλιτέχνης, εκτός από τον Βαν Γκογκ κι όσους άλλους όμοιούς του ήταν τόσο κοντά στην τρέλα, που να μπορούσε να διατηρήσει την προσωπική του μοναδική προοπτική, για όσες ώρες ήταν ξύπνιος. Όχι, οι ψυχομηχανικοί τυποποίησαν τα στοιχεία που δίνουν το χαρακτηριστικό στυλ σε ορισμένους καλλιτέχνες - λίγο πολύ τους ιδιαίτερους ατομικούς κανόνες που κυβερνούν φως, σχήμα και υφή σε κάθε προσωπική ολοαίσθηση - και μπόρεσαν να τα αναπαράγουν. Μ' αυτή την καινούργια νευροτροπίνη θα βλέπουμε όχι σαν τον Ρέμπραντ, αλλά σα να 'μαστε μέσα στους πίνακες του Ρέμπραντ!»
«Δυσκολεύομαι να το πιστέψω...»
«Μα είν' αλήθεια, Ρόμπερτ, είν' αλήθεια! Όλοι όσοι το δοκίμασαν έχουν να λένε τα πιο καταπληκτικά πράγματα!»
«Μα Έλενα, να είσαι όλη μέρα σ' έναν κόσμο του Ρέμπραντ...»
«Φυσικά! Κοίτα γύρω σου! Όλο ξεθωριασμένα πλαστικά και συνθετικά! Γιατί να μην είσαι; Πάντως, δεν κυκλοφόρησαν τον Ρέμπραντ για αρχή, αλλά τον Βερμέερ».
«Βερμέερ ή Ρέμπραντ, δεν ξέρω αν...»
«Ρόμπερτ, δε σου πέρασε κάν απ' το μυαλό το πιο σημαντικό. Θα 'μαστε μαζί! Για πρώτη φορά στην ιστορία, δυο άνθρωποι θα 'ναι σίγουροι πως μοιράζονται την ίδια ολοαίσθηση. Η οπτική μας αντίληψη θα είναι απόλυτα συγχρονισμένη. Δεν θ' αναρωτιέμαι πια αν καταλαβαίνεις πραγματικά αυτό που βλεπω εγώ, το ίδιο κι εσύ. Θα είμαστε ένας. Σκέψου τι θα 'ναι για τον έρωτά μας!»
Το πρόσωπό της - εκείνη η μορφή που δεν καταφέρνω πια να την επαναφέρω δίχως πρόσθετες πινελιές - έλαμπε. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην υποκύψω.
«Εντάξει», είπα. «Αν είναι τόσο σημαντικό για σένα...»
Μ' άρπαξε και μ' αγκάλιασε σφιχτά. «Αχ, Ρόμπερτ, το 'ξερα πως θ' άλλαζες γνώμη! Θα 'ναι θαυμάσιο!» Μ' άφησε και στάθηκε μπροστά μου, «Τα 'χω εδώ τα χάπια».
Ένιωσα τότε μέσα μου κάποια ανησυχία, το ομολογώ. «Τ' αγόρασες κιόλας, κι ούτε που ήξερες αν θα δεχτώ...»
«Δε μου θύμωσες, ε; Απλώς, να, σκέφτηκα πως γνωριζόμαστε τόσο πολύ καλά...» Τα δάχτυλά της έπαιζαν νευρικά με το πλαστικό κουτάκι των χαπιών.
«Όχι, δε θύμωσα - Μονάχα... Τέλος πάντων, ξέχνα το. Φέρτο. Φέρτο το γαμημένο το χάπι».
Έφερε από τη βρύση ένα ποτήρι νερό και πήραμε από ένα χάπι ο καθένας. Κατάπιε πρώτη, ύστερα, σα να εκτελούσαμε κάποια σκοτεινή τελετή, μου 'δωσε το ποτήρι. Κατέβασα το χάπι. Μου φάνηκε ότι μου 'καψε το λαρύγγι.
«Πόσο κρατάει η επενέργειά του;» ρώτησα.
«Μα, στο ξεκαθάρισα, νομίζω. Ώσπου να πάρεις άλλο».
Κάθησα, αδύναμος. Η Έλενα ήταν μισοκαθισμένη πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας δίπλα μου. Κοιτάγαμε με περιέργεια ένα γύρω, περιμένοντας την αλλαγή.
Στην αρχή αδιόρατα, ύστερα μ' εκπληκτική δύναμη και ταχύτητα, η ολοαίσθησή μου -η ολοαίσθησή μας- άρχισε ν' αλλάζει. Εκείνο που άρχισε να αλλοιώνεται πρώτο ήταν το φως που χυνόταν μέσα απ' τις κουρτίνες. Απόκτησε μια πρωτόγονη διαφάνεια, στολισμένο με θείες, μελένιες πινελιές. Το φως εκείνο έπεφτε στο ξύλο, στο πλαστικό, στο ύφασμα μέσ' στο πεζό διαμέρισμά μου κι οτιδήποτε άγγιζε το μεταστοιχείωνε απόλυτα, με τρόπο που θύμιζε αλυσσιδωτή αντίδραση που κάλπαζε μεσ' στα ίδια τα μόρια της ολοαίσθησής μου.
Σε λίγα λεπτά,η αλλαγή ήταν ολοκληρωτική.
Κατοικούσα στην ολοαίσθηση του Βερμέερ.
Γύρισα να κοιτάξω την Έλενα.
Έμοιαζε με τη γυναίκα στο "Νεαρή γυναίκα με στάμνα", στο Μετροπόλιταν.
Δεν είχα ξαναδεί ποτέ κάτι - κάποια - τόσο υπέροχη.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
Ήξερα πως η Έλενα βίωνε ακριβώς το ίδιο.
Κλαίγοντας, είπε: «Ω, Ρόμπερτ, φίλησέ με τώρα».
Τη φίλησα. Κι ύστερα, ούτε ξέρω πώς, βρεθήκαμε γυμνοί, τα από λαδομπογιά σώματά μας, διάστικτα από τα χάδια του πινέλλου, λαμπερά σα να βγήκαν μόλις από το μουσαμά, κυλιόντουσαν στο χαλί, σφιχταγκαλιασμένα σ' έναν παθιασμένο έρωτα, που δεν έμοιαζε με τίποτα που να 'χα ζήσει ως εκείνη τη στιγμή.
Ένιωθα σα να πήδαγα την ίδια την Τέχνη.
Έτσι άρχισαν οι πιο ευτυχισμένοι μήνες της ζωής μου.
Στην αρχή, μας έφτανε να μένουμε όλη μέρα στο διαμέρισμα, ν' ατενίζουμε με θαυμασμό τα πιο κοινά αντικείμενα, που τώρα είχαν όλα τους τέλεια μετατραπεί σε λεπτομέρειες ενός τεράστιου, άγνωστου ως τώρα, αριστουργήματος του Βερμέερ. Μόλις εξαντλούσαμε μια συγκεκριμένη γωνία, το μόνο που 'χαμε να κάνουμε ήταν απλώς ν' αλλάξουμε θέση ώστε να δημιουργήσουμε μια ολότελα διαφορετική σύνθεση, την οποία μπορεί να μελετούσαμε για ώρες ολόκληρες. Το να στρώσουμε το τραπέζι για φαγητό, μας έκανε να απομένουμε ξετρελαμένοι από την εκθαμβωτική γοητεία μιας μοναδικής κάθε φορά νεκρής φύσης. Οι κανόνες της αντιληπτικής μεταστοιχείωσης που είχαν τυποποιήσει οι ψυχομηχανικοί δούλευαν τέλεια. Αντικείμενα και εικόνες που ούτε θα τις φανταζόταν ο Βερμέερ, έπαιρναν εκείνη τη χροιά που ήταν αλάνθαστα δική του.
Και μόλις μας κούραζε αυτή η άπραγη μακαριότητα, κάναμε έρωτα με τόση φρενιτιώδη ευλάβεια που πλησιάζαμε την απόλυτη φώτιση. Αργότερα, οι ζάρες στα σεντόνια ήταν παχιές χρωματιστές πινελιές δίπλα στο δέρμα μας.
Κάποια στιγμή, φυσικά, αυτό το στάδιο πέρασε. Διψασμένοι για νέους ορίζοντες, βγήκαμε να εξερευνήσουμε τον κόσμο του πινέλλου του Βερμέερ.
Δεν είμασταν μόνοι μας. Μοιραζόμασταν την ίδια ολοαίσθηση με χιλιάδες άλλους, που τους συναντούσαμε παντού και δείχναμε την αμοιβαία αναγνώρισή μας με νεύματα. Όπως ατενίζαμε μεσ' στα μάτια τους βλέπαμε ένα νοητικό τοπίο που ήταν εντελώς κοινό για όλους μας.
Οι εικόνες που είδαμε - αδυνατώ να τις κλείσω σε λέξεις που να καταλαβαίνετε. Ίσως τις μοιραστήκατε κι εσείς, οπότε οι λέξεις είναι περιττές. Ο κόσμος ολόκληρος ήταν, με τρόπο σχεδόν απτό, έργο ενός χεριού μονάχα, ένα θαύμα καλλιτεχνικής ενόρασης, όπως μας λέγαν πάντα οι μύστες.
Ήταν στη Νίκαια, νομίζω, τότε που η Έλενα με πλησίασε κρατώντας το μικρό κουτί με τα χάπια. Είχε βγει, απρόσμενα, την ώρα που κοιμόμουν. Δεν παραπονέθηκα γιατί μου 'φτανε να κάθομαι έτσι στη βεράντα και να κοιτάζω τη Μεσόγειο που αναδευόταν κι άλλαζε αδιάκοπα, αν και, κάτω απ' την έκσταση, ένιωσα κάποιο ξάφνιασμα που είχε φύγει έτσι, χωρίς κουβέντα.
Τώρα, αμέσως μόλις γύρισε και με το κουτάκι τα χάπια στο απλωμένο της χέρι, η Έλενα είπε χωρίς προλόγους: «Έλα, Ρόμπερτ, πάρε ένα».
Πήρα το χάπι και θαύμασα για λίγο την τελειότητά του. «Τι είναι;»
«Ματίς», είπε. «Εδώ είν' η πατρίδα του, η πηγή της έμπνευσής του. Του αξίζει».
«Δεν ξέρω, Έλενα. Δεν είμαστ' ευτυχισμένοι με τον Βερμέερ; Γιατί ν' αλλάξουμε; Θα τα χαλάσουμ' όλα...»
Η Έλενα κατάπιε τον Ματίς χωρίς νερό. «Το δικό μου το πήρα, Ρόμπερτ. Μου χρειάζεται κάτι καινούργιο. Πάρτο κι εσύ, εκτός αν θες να μείνεις πίσω».
Δεν άντεχα τη σκέψη να ζήσω σε διαφορετική ολοαίσθηση από την Έλενα. Παρά τις προειδοποιήσεις από το σκουλήκι της δυσαρέσκειας, έκανα αυτό που μου είπε η Έλενα.
Τον Ματίς τον κατάπια μ' ευκολία.
Σχεδόν αμέσως, ο κοφτός, χωρίς συμβιβασμούς ρεαλισμός του Βερμέερ υποχώρησε, ανοίγοντας δρόμο για τον φανταχτερό, ζωντανό, εγκεφαλικό ιμπρεσσιονισμό του Ματίς. Η μετάβαση ήταν τόσο δυναμική που με συγκλόνισε.
«Ω, Θεέ μου...», είπα.
«Έλα», είπε η Έλενα, «δεν είχα δίκιο; Γδύσου, τώρα. Θέλω να σε δω γυμνό».
Εγκαινιάσαμε την καινούργια ολοαίσθηση όπως και την πρώτη.
Και το οδοιπορικό μας μέσα της ήταν επανάληψη του προηγούμενου. Μόλις εξαντλήσαμε τα αξιοθέατα του δωματίου μας και βάλαμε σε σειρά τα αισθητικά ερεθίσματα που δεχόμασταν, βγήκαμε για να ρουφήξουμε τον κόσμο, να καταπιούμε λαίμαργα και τούτη τη μεταμόρφωση. Αμα τύχαινε να ξαναβρεθούμε σε μέρη που τα 'χαμε επισκεφτεί όσο είμασταν στην ολοαίσθηση του Βερμέερ, η αλλαγή μάς άφηνε αποσβολωμένους. Τι θείο δώρο, λέγαμε, να 'χεις την ικανότητα να βλέπεις αδιάκοπα τον παλιό τον κόσμο σαν καινούργιο.
Ένα βράδυ παρακολουθούσαμε μια υπαίθρια συναυλία της Συμφωνικής της Βοστώνης, δίπλα στο ποτάμι, και τα όργανα ήταν σαν χαρτοκοπτική από την τελευταία περίοδο του Ματίς. «Ρόμπερτ, παίρνουμε έναν Μπετόβεν;» είπε η Έλενα.
Αρνήθηκα. Δε με πίεσε, συνειδητοποιώντας ίσως πως θα 'ταν καλύτερο να κρατήσει τη δύναμη της πειθούς της για σημαντικότερα πράγματα.
Οι ζούγκλες της Βραζιλίας θέλανε Ρουσσώ, φυσικά. Συνθηκολόγησα χωρίς πολλές διαμαρτυρίες κι αυτό σήμανε την αρχή μιας μακρυάς κατρακύλας.
Ο Βερμέερ μας είχε αιχμάλωτους ένα χρόνο, σχεδόν.Η γοητεία του Ματίς κράτησε έξη μήνες.
Ο Ρουσσώ - αυτός ο μεγαλοφυής ιθαγενής - μπόρεσε να συγκρατήσει το ενδιαφέρον μας μοναχά για έξι βδομάδες.
Είχαμε γίνει τεχνο-πρεζόνια, καταναλωτές καινούριων ολοαισθήσεων.
Κι η υπερβολή ακόμα δε μας αρκούσε.
Η βιομηχανία της νευροτροπίνης μεγαλόψυχα μας υπάκουε.
Ως τότε, η βιομηχανία προωθούσε μονάχα ακίνδυνες ολοαισθήσεις που δεν ήταν και πολύ ξένες με την πραγματικότητα. Τώρα, όμως, που όλο και περισσότεροι έφταναν στην ίδια δύσκολη θέση με την Έλενα κι εμένα, βαθμιαία οι ψυχομηχανικοί ξαμόλησαν στην κατανάλωση το σκληρό πράμμα.
Μέσα στα επόμενα δυο χρόνια η Έλενα κι εγώ, απ' όσο μπορώ να βάλω σε σειρά τα γεγονότα, περάσαμε από τις ακόλουθες ολοαισθήσεις:
Πικάσσο (γαλάζια και κυβιστική περίοδος), Μπρακ, Κλέε, Καντίνσκυ, Μπαλτίς, Νταλί, Πικάμπια, Λεζέ, Σαγκάλ, Γκρις, Ντε Κούνινγκ, Μπέικον, Κλιμτ, Ντελωνέ, Ο'Κηφ, Έσσερ, Χώκνευ, Λουίς, Μιρώ, Ερνστ, Πόλλοκ, Πάουερς, Κλάιν, Μπονάρ, Ρεντόν, Βαν Ντόνγκεν, Ρουώ, Μυνγχ, Τανγκύ, Ντε Κίρικο, Μαγκρίτ, Λίχτενστάιν, και Τζόουνς.
Στη συνέχεια χτυπήσαμε λίγο ρεαλισμό που περιείχε Γουντ, Χόππερ, Φραζέττα και Ουάιεθ, και τότε δοκίμασα να συμμαζέψω τις αισθήσεις μου και ν' αποφασίσω αν ήθελα να κατέβω απ' αυτό το τραίνο ή όχι - και πώς θα κατάφερνα την Έλενα να κατέβει μαζί μου.
Αλλά, πριν πάρω την απόφασή μου, είμασταν για τα καλά μέσα στον Γουώρχολ κι όλα ήταν εκτυφλωτικές εικόνες, η ουσία τους υπερτονισμένη με περιγράμματα από νέον. Δε γινοταν να τα παρατήσω. Αυτό συνέβη ψηλά, σ' ένα διαστημικό σταθμό. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι η γιομάτη Γη να γίνεται ροζ, βαμμένη λες με σπρέυ.
Πέρασε καιρός. Νομίζω.
Την επόμενη φορά που απόκτησα ξανά επίγνωση του εαυτού μου, σαν άτομο ξέχωρο από το υπέροχο όσο και κυρίαρχο περιβάλλον, η Έλενα και εγώ είχαμε την ολοαίσθηση εκείνου του Ιταλού νεο-εξπρεσσιονιστή, δε θυμάμαι τ' όνομά του.
Είμασταν στο ύπαιθρο. Κοίταξα γύρω μου.
Ο ουρανός είχε χρώμα γκριζοπράσινο και μια τεράστια μαύρη ρωγμή τον χώριζε απ' άκρη σ' άκρη. Φως που δεν ερχόταν από πουθενά διαχεόταν στο χώρο σαν πύον. Το τοπίο φαινόταν σαν κατεστραμμένο από ραδιενέργεια. Έψαξα να βρω την Έλενα, την είδα να γέρνει ακουμπισμένη στο χορτάρι που έμοιαζε με πλοκάμια από μωβ μεταλλαγμένο χταπόδι. Η σάρκα της ήταν σταχτιά και ματωμένη. Η μορφή της είχε ένα περίγραμμα από κίτρινο ξερατό.
Έπεσα δίπλα της.
Ένιωθα ότι το χορτάρι ήταν πράγματι πλοκάμια, χοντρά και γλοιώδη, σαν από κάποιο περίεργο σαρκώδες φυτό. Ξαφνικά μ' έπνιξαν απόκοσμες μυρωδιές και συνειδητοποίησα πως το φως αποπάνω μας ερχόταν από έναν ήλιο αλλοιώτικο.
Οι κβαντικοί νόμοι είχαν διαχυθεί στον μακρόκοσμο.
Η πλαστική πραγματικότητα, κυριευμένη από τις αισθήσεις μας, είχε μεταλλαχθεί. Βρισκόμασταν στ' αλήθεια στο μέρος που μας έδειχνε η ολοαίσθησή μας.
«Έλενα», την παρακάλεσα, «αν μ' αγαπάς, παράτα τα».
Ένα στόμα σαν περίεργος σφιγκτήρας άνοιξε πάνω στο πράγμα που ήταν η Έλενα. «Δε γίνεται να πάμε πίσω, Ρόμπερτ. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, μετά απ' όσα βίωσες. Μόνο μπροστά μπορούμε να πάμε, και να ελπίζουμε για το καλύτερο...»
«Δεν το αντέχω άλλο, Έλενα. Θα σ' εγκαταλείψω. Στό ορκίζομαι...»
«Ασε με, λοιπόν», είπε άτονα.
Κι αυτό έκανα.
Δεν ήταν εύκολο να βρω Βερμέερ. Δεν ήταν της μόδας πια, είχε ξεπεραστεί. Σήμερα, ακόμα κι οι αρχάριοι ξεκινάνε με σκληρό πράμα. Στο τέλος, όμως, σε κάποιο αραχνιασμένο, επαρχιακό φαρμακείο βρήκα μια δόση απ' αυτόν τον αρχαίο Νορμανδό. Η ημερομηνία λήξης που έγραφε πάνω στο πακέτο είχε περάσει εδώ και πολύ καιρό, αλλά κατάπια, έτσι κι αλλοιώς, το χάπι.
Το αγαπημένο, μελένιο φως και η τέλεια ευκρίνεια ξαναγύρισαν.
Πήγα να βρω την Έλενα. Όταν την βρήκα ήταν υπέροχη όπως παλιά, τότε που εγκαταλείψαμε τις δικές μας ολοαισθήσεις, αναζητώντας την εμπειρία του καινούργιου.
Όταν με είδε ούρλιαξε.
Την άφησα. Ήξερα πως τέλειωσαν όλα. Εξάλλου έπρεπε να ψάξω για να βρω κάτι άλλο.
Το χάπι με τ' όνομά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου